καταβασκαίνω


καταβασκαίνω
κατα-βασκαίνω, behexen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβασκαίνω — (Α) επιτ. τ. τού βασκαίνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βασκαίνω «ματιάζω»] …   Dictionary of Greek

  • καταβασκαίνω — κατά βασκαίνω bewitch pres subj act 1st sg κατά βασκαίνω bewitch pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής, προερχόμενο από την πρόθεση κατά. Απαντά και με τη μορφή καθόταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται (καθ ημερινός, κάθ ιδρος) καθώς και με τη μορφή καται σε ελάχιστα σύνθετα τής Αρχαίας Ελληνικής (καται… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.